Καρυές Παυσανίας

Ανεξαρτησία ως αρχές 20ου Αιώνα


 

Η Αράχωβα μετά την Επανάσταση ως το τέλος του 19ου αιώνα (1830-1890)

Ακολουθώντας την υπόλοιπη Ελλάδα οι Αραχωβίτες/Καρυατές προσπαθούν να ξαναστήσουν το χωριό τους από τα συντρίμμια. Ο τόπος είναι φτωχός και καμία φορά υπάρχουν αντιδράσεις απέναντι στην προσπάθεια του νέου κράτους να φορολογήσει τον πληθυσμό που ακόμα υποφέρει. Χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο των «Μητσοκοντογιαννέικων» που έχει τραγουδήσει η λαϊκή Μούσα. Ένα καλοκαίρι της δεκαετίας του 1830 επειδή η κυβέρνηση δεν είχε χρήματα να πληρώνει το στρατό, όριζε περιφέρειες όπου κάθε Ρουμελιώτης στρατηγός θα πήγαινε να εισπράξει μισθούς και έξοδα τροφοδοσίας. Έτσι ο στρατηγός Βαγγέλης Μήτσο-Κοντογιάννης περνώντας από το Καστρί και τον Αγ. Πέτρο έφτασε στην Αράχωβα όπου και κατέλυσε. Τέσσερις ημέρες περίμενε αλλά δεν υπήρχε πρόθεση για φόρους. Γι' αυτό φυλάκισε τον παπά και τον προεστό του χωριού. Όμως οι Ματαλαίοι του χωριού ήρθαν σε συνεννόηση με τα γειτονικά χωριά, έφτασαν ενισχύσεις, ακολούθησε μάχη μέσα στο χωριό. Τελικά έφτασε από την Τρίπολη ο Γενναίος Κολοκοτρώνης που κατάφερε συμβιβασμό και απεχώρησαν οι Ρουμελιώτες. Το γεγονός αυτό και το θάνατο των Ρουμελιωτών καπετάνιων απαθανάτισε η λαϊκή Μούσα με το δημοτικό τραγούδι «Ένα πουλάκι εξέβγαινε».

Το χωριό ονομαζόμενο κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους και την Τουρκοκρατία ως «Αράχοβα», υιοθετώντας την ονομασία Rachova ή Orechova από την αρχαία σλάβικη λέξη Rach (καρύδι), που σημαίνει καρυδότοπος, αμέσως μετά την απελευθέρωση μετονομάστηκε εκ νέου με το αρχαίο όνομά της «Καρυαί» με βασιλικό διάταγμα στις 27-12-1833 και αποτέλεσε το «ΔΗΜΟ ΚΑΡΥΩΝ». Ωστόσο με την δημιουργία διευρυμένων δήμων με το βασιλικό διάταγμα στις 21-11-1840 ιδρύεται ο «ΔΗΜΟΣ ΟΙΝΟΥΝΤΟΣ» και το χωριό με το όνομα «Αράχωβα» εκ νέου συνενώνεται διοικητικά μαζί με τους οικισμούς Βρέσθενα, Βαμβακού, Μεγάλη Βρύση και Βαρβίτσα. 

Οι κάτοικοι καταφέρνουν σταδιακά να ανασυγκροτήσουν τον τόπο τους. Από 570 κατοίκους του 1830 ο πληθυσμός τριπλασιάζεται και ξεπερνάει το 1890 τους 1.600. Με δωρεά του μεγάλου ευεργέτη Αθανασίου Ματάλα κατασκευάζεται ένα μικρό σχολείο (Ματάλειο) και επισκευάζεται οι κεντρική εκκλησία της Αγίας Παρασκευής και οι άλλες τρεις μικρότερες (Άγιος Ανδρέας, Κοίμηση της Θεοτόκου και Άγιος Ιωάννης). Το 1860 επίσης κατασκευάζεται ένα κτίριο στην πλατεία της Βίγκλας (Αγ. Ανδρέα) το οποίο λειτουργεί ως κοινοτικό κτίριο, τηλεγραφείο και ειρηνοδικείο.

Σε κάθε περίπτωση οι Καρυάτες συμμετέχουν και σε όλους τους αγώνες του Έθνους. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην επανάσταση της Κρήτης (1866 - 1968) ένας (1) Καρυάτης Λοχίας εθελοντής ο Νικ. Χριστοφίλης βρήκε ηρωικό θάνατο στη μονή Αρκαδίου.

Οι Καρυάτες στον αγώνα της Ελλάδας για τη Εθνική Ολοκλήρωση και η μετανάστευση (1890-1922)

Το τέλος του 19ου αιώνα βρίσκει την Ελλάδα σε μια κατάσταση οριακή. Το κράτος δείχνει να έχει αρχίσει να μετατρέπεται σε μια ευρωπαϊκή πολιτεία. Όμως η αλλαγή αυτή εντοπίζεται μόνο στην πρωτεύουσα και στις μεγάλες πόλεις. Αντίθετα, στα χωριά όπου ακόμα κατοικεί η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού εξακολουθεί να εμφανίζεται μια εικόνα καθυστέρησης και στασιμότητας αφού πολύ λίγα πράγματα έχουν γίνει για να αλλάξουν την καθημερινή ζωή.

Έτσι το χωριό των Καρυών (Αράχωβα,) αν και από τα μεγαλύτερα της Πελοποννήσου έχει ένα μικρό σχολείο  το οποίο αδυνατεί να απορροφήσει το σύνολο του μαθητόκοσμου, μια πλατεία (Ράχη) και μια ακόμα πολύ μικρότερη (Αγ. Ανδρέα - Βίγκλας).  Παράλληλα, δρόμοι μέσα στο χωριό δεν υπάρχουν και η μόνη πρόσβαση σε νερό είναι μέσω των δύο πηγών της Παναγίας και του Σάκαλη. Στο χωριό υπάρχουν δύο ενορίες και τρεις ιερείς, αλλά η μοναδική εκκλησία αρκετή να χωρέσει κόσμο είναι η Αγία Παρασκευή. Σε αυτή και τις άλλες τρεις παλιές εκκλησίες του χωριού προστίθεται και ο Άγιος Νικόλαος του 1898 προκειμένου να μεταφερθεί εκεί το νεκροταφείο που ήταν δίπλα στον Άγιο Ανδρέα και δεν χώραγε. Στις αρχές του 20ου αιώνα κτίζονται επίσης και άλλα δύο εξωκλήσια ο Άγιος Γεώργιος (1902) στον κάμπο και oι Άγιοι Ανάργυροι (1904) λίγο πριν την είσοδο του χωριού. 

 Σύμφωνα με το ημερολόγιο της διδασκάλισας Μαριάνθης Αναστασέα (1903-04), όπως αυτό διασώθηκε από τον Ευάγγελο Παν. Κερχουλά:

«οι Αραχωβίτες είναι επί το πολύ γεωργοί και αμπελουργοί. Ο Δήμος Οινούντος από άποψη οικονομικής είναι εις των πτωχότερων περιοχών της Λακωνίας. Η δε Αράχοβα δύναται να συγκαταλεχθεί εις τα πτωχότερα χωριά κυρίως λόγω της έλλειψης ύδατος. Παράγει οίνο, γεώμηλα (πατάτα) και σίτο. Το τραπέζι της οικογένειας είναι φτωχικό. Τα βασικό φαγητό είναι τα λάχανα, τα χόρτα και η πατάτα. Λίγες οικογένειες μπορούν να φάνε κρέας μια φορά την εβδομάδα».

Η περίθαλψη είναι μηδαμινή και μόνο ένας ιατρός (Λεβέντης) διαμένει μόνιμα παρασκευάζοντας ο ίδιος φάρμακα ελλείψει φαρμακείου. Στο χωριό λειτουργούν τρία (3) οινοπωλεία και τέσσερα (4) παντοπωλεία με υψηλές τιμές. Προμηθεύονται λοιπά προϊόντα κυρίως μέσω του Αγίου Πέτρου που αποτελεί την αγορά της περιοχής. Το χωριό είναι ξεχασμένο από το Ελληνικό Κράτος. Οι μόνοι δημόσιοι υπάλληλοι είναι οι πέντε (5) δάσκαλοι και ο διευθυντής του ταχυδρομείου-τηλεγραφείου. Καμία κρατική μέριμνα δεν υπάρχει, πράγμα άδικο αφού ο πληθυσμός του οικισμού είναι αυτός μιας κωμόπολης και όχι ενός απλού χωριού.

Αυτή η κατάσταση έχει αρχικά σαν αποτέλεσμα την μεγάλη εσωτερική μετανάστευση ήδη από το 1890 προς τις μεγάλες πόλεις και κυρίως στην Αθήνα, αλλά στη συνέχεια την εξωτερική πλέον μετανάστευση στην Βόρεια Αμερική (Η.Π.Α και Καναδά). Από τους πρώτους που πήγαν στην Αμερική ήταν οι αδελφοί Βασίλειος και Παναγιώτης Λεβεντάκης και το 1896 έφυγαν μαζικά άλλοι 36 νέοι για να ακολουθήσουν στην συνέχεια και άλλοι. Οι περισσότεροι Αραχωβίτες είναι συγκεντρωμένοι στην περιοχή των δύο Καρολίνων ωστόσο αρκετοί είναι αυτοί που έχουν διασκορπιστεί σε άλλες μεγάλες πόλεις (Σικάγο, Νέα Υόρκη, Τορόντο, Βοστώνη, Σαν Φραντσίσκο, Άκρον, Μπίγκαμ Κέντον).

Παρόλα αυτά, όπως αναφέρεται στο παραπάνω χρονικό, η ποιότητα των κατοίκων είναι άριστη: 

«Φιλήσυχοι, φιλόθρησκοι, νομοταγείς και αγαπώσι δε ανεξαιρέτως υπερβολικά την πατρίδα των. Παραδείγματα Αραχωβιτών μεταναστών οίτινες ελησμόνησαν την πατρίδαν των δεν έχομεν. Προ των διαφόρων διακυμάνσεων της τύχης δεν ρίπτουν τα όπλα. Σπανίως δύναται να ειδή Αραχοβίτην και προ πάντως Αραχοβίτισα άσχημον. Οι κάτοικοι είναι εύμορφοι και εύγραμμοι».

 Παράλληλα οι Καρυατές στρατεύονται στον ανεπιτυχή για την Ελλάδα Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 όπου έλαβαν μέρος δύο (2) αξιωματούχοι και περισσότεροι από είκοσι (20) στρατιώτες.

Σε απάντηση της απουσίας της κρατικής μέριμνας η μοναδική συλλογική κίνηση των κατοίκων ήταν ο «ΚΑΡΥΑΤΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ» που ιδρύθηκε το 1896 με σκοπό την αλληλοβοήθεια των μελών του. Το 1898 το χωριό σε συνέλευση του ανέθεσε την εκπροσώπησή του, αλλά αυτός είχε τελικά πολύ μικρή δράση και στη συνέχεια η «ΚΑΡΥΑΤΙΚΗ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ» (1908) η οποία φρόντισε για την αναδάσωση κυρίως και την συντήρηση του πρασίνου.

Σε όλα αυτά τα χρόνια τα χρήματα των ξενιτεμένων δίνουν ανάσα. Όπως αναφέρεται στο προαναφερθέν χρονικό χρονικό:

«από τους 1.800 κατοίκους οι 450 άνδρες έχουν μεταναστεύσει στην Αμερική και με τα χρήματα που στέλνουν τα σπίτια από απλά καλύβια μεταμορφώνονται σε οικίας ευρύχωρους και διώροφους».

Ενδεικτικά τον Σεπτέμβριο του 1904 στο ταχυδρομείο Καρυών είχαν φτάσει εμβάσματα 40.000 δραχμών, ήτοι περίπου 8.000 Δολαρίων Η.Π.Α., ποσό κολοσσιαίο για την εποχή.

Η δεκαετία του 1910 είναι μια δύσκολη περίοδος αφού υπάρχουν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-13). Στρατεύονται ογδόντα πέντε (85) Καρυάτες/Αραχωβίτες από τους οποίους σκοτώθηκαν έξι (6) και τραυματίστηκαν τέσσερις (4). Στη συνέχεια ξεσπάει ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος (1914-18) όπου αν και η Ελλάδα δεν συμμετέχει μέχρι και το 1916 διακόπτεται η επικοινωνία με την Αμερική. Στον πόλεμο αυτό και στη Μικρασιατική εκστρατεία (1919 - 1922), στρατεύονται ογδόντα εννέα (89) Καρυάτες/Αραχωβίτες εκ των οποίων σκοτώθηκαν δεκατρείς (13). Επίσης και από τους Καρυάτες/Αραχωβίτες της Αμερικής στον Α' παγκόσμιο πόλεμο δέκα επτά (17) πολέμησαν και ένας (1) σκοτώθηκε. 

Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι ο πληθυσμός να μειωθεί και ενώ το 1896 οι κάτοικοι είναι 1.688 το 1920 γίνονται 1.321.


Προηγούμενο: Τουρκοκρατία - Απελευθέρωση
Επόμενο: Μεσοπόλεμος